Με τη διάδοση του χριστιανισμού στον ελληνιστικό κόσμο, ο αρχαιοελληνικός όρος άγγελος ανασημασιοδοτήθηκε, αποκτώντας την υπερβατική σημασία ενός ασώματου, πνευματικού όντος που εκφράζει τη θεία βούληση. Με τη νέα αυτή σημασία, ο άγγελος εισήλθε στις παραστατικές τέχνες της δυτικής παράδοσης ως φιγούρα ταυτόχρονα εικαστική, σκηνική, μουσική και χορογραφική, διαφοροποιούμενη ριζικά από τον αρχαίο δραματικό αγγελιαφόρο της τραγωδίας. Ο άγγελος ως σκηνική παρουσία διασαλεύει τη γραμμική χρονικότητα του δράματος και λειτουργεί ως μεσολαβητής ανάμεσα στο ορατό και το αόρατο, τη ζωή και τον θάνατο, το ανθρώπινο και το μεταφυσικό.
Στο μεσαιωνικό θρησκευτικό θέατρο της Δυτικής Ευρώπης, ο άγγελος συγκαταλεγόταν στα πλέον συχνά εμφανιζόμενα δραματικά πρόσωπα. Στη σκηνή της Visitatio sepulchri [επίσκεψη των τριών μυροφόρων στον τάφο του Ιησού], ο άγγελος εμφανίζονταν πλάι στο μνήμα του Χριστού για να αναγγείλει την Ανάσταση, ενώ στα μυστήρια και τα θαύματα της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ιβηρικής, καθώς και στις ιερές αναπαραστάσεις [sacre rappresentazioni] της Φλωρεντίας, αναλάμβανε να αναγγείλει τη Γέννηση, τον Ευαγγελισμό, την Δευτέρα Παρουσία. Στις αλληγορικές ηθολογίες, όπως ο Καθένας [Everyman] (γύρω στα 1510), οι άγγελοι εμφανίζονταν ως φορείς της θείας απόφασης και ως μάρτυρες της ηθικής δοκιμασίας του ανθρώπου. Παράλληλα, η ανάπτυξη της εναέριας σκηνικής μηχανικής επέτρεψε τη θεαματική κάθοδο και άνοδο των αγγελικών μορφών μέσω αντίστοιχων μηχανισμών, παράδοση που κορυφώνεται στο Μπαρόκ.
Με τη γέννηση της όπερας στις αρχές του 17ου αιώνα, ο άγγελος μεταφέρθηκε στη σκηνή του μουσικού θεάτρου ως οπτικοακουστικό θαύμα. Στα φλωρεντινά ιντερμέδια και στα ιερά μουσικά δράματα [opere sacre] του Stefano Landi [Στέφανο Λάντι] (Il Sant'Alessio, 1632), οι άγγελοι εισέρχονταν με εναέριες μηχανές που σχεδίαζαν αρχιτέκτονες-σκηνογράφοι όπως ο Giacomo Torelli [Τζάκομο Τορέλλι] και ο Giovanni Burnacini [Τζοβάννι Μπουρνατσίνι], ενσαρκώνοντας την μπαρόκ ποιητική του meraviglioso [θαυμαστού]. Στη Γαλλία του κλασσικισμού, η λυρική τραγωδία του Jean-Baptiste Lully [Ζαν-Μπατίστ Λυλλύ] και του Marc-Antoine Charpentier [Μαρκ-Αντουάν Σαρπαντιέ] αξιοποίησε τις αγγελικές μορφές σε θρησκευτικά και αλληγορικά πλαίσια. Στη βιεννέζικη παράδοση, Ο μαγικός αυλός [Die Zauberflöte, 1791] του Wolfgang Amadeus Mozart [Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ] εισήγαγε τους τρεις παίδες [drei Knaben] ως αγγελικές μορφές καθοδήγησης, οι οποίες κατέρχονταν από τους ουρανούς με μηχανή για να οδηγήσουν τους ήρωες στην οδό της μύησης, συγχωνεύοντας την μπαρόκ παράδοση των επουράνιων εμφανίσεων με τον τεκτονικό συμβολισμό του Διαφωτισμού.
Καθοριστικό λογοτεχνικό πρότυπο για τις μεταγενέστερες οπερατικές αγγελικές εικονογραφίες υπήρξε ο Φάουστ [Faust] του Johann Wolfgang von Goethe [Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκαίτε] (Α΄ μέρος, 1808 – Β΄ μέρος, 1832 ), ο οποίος άνοιγε με τον περίφημο Prolog im Himmel [«Πρόλογο στους ουρανούς»], όπου οι τρεις αρχάγγελοι Raphael [Ραφαήλ], Gabriel [Γαβριήλ] και Michael [Μιχαήλ] υμνούσαν τη δημιουργία πριν από το στοίχημα του Μεφιστοφελή με τον Κύριο. Το γοτθικό αυτό πρότυπο τροφοδότησε ευθέως τη ρομαντική και ύστερη οπερατική παραγωγή του 19ου αιώνα, με εμβληματικές αγγελικές χορωδίες, όπως ο chœur céleste στο φινάλε του Faust (1859) του Charles Gounod [Σαρλ Γκουνώ] και οι ουράνιες φάλαγγες στον Prologo in cielo του Mefistofele (1868) του Arrigo Boito [Αρρίγκο Μπόιτο], ενώ τον 20ό αιώνα η Jeanne d'Arc au bûcher [Η Ιωάννα της Λωραίνης στην πυρά] (1935) του Arthur Honegger [Αρτύρ Ονεγκέρ] και το Saint François d'Assise [Ο Άγιος Φραγκίσκος της Ασίζης] (1983) του Olivier Messiaen [Ολιβιέ Μεσσιάν] συγκρότησαν τις πλέον φιλόδοξες οπερατικές απεικονίσεις της αγγελικής υπόστασης.
Στο ευρωπαϊκό θέατρο των αρχών του 20ού αιώνα, υπό την επίδραση του συμβολισμού και του εξπρεσιονισμού, η μορφή του αγγέλου προσέλαβε νέες μεταφυσικές και αλληγορικές διαστάσεις. Στο ποιητικό δράμα του William Butler Yeats [Ουίλλιαμ Μπάτλερ Γέιτς] The Hour-Glass [Η Κλεψύδρα, 1903] και του Gerhart Hauptmann [Γκέρχαρτ Χάουπτμαν] Hanneles Himmelfahrt [Η Άννελε πάει στον παράδεισο, 1893], ο άγγελος ενσάρκωσε ένα σχήμα εσωτερικής φωνής, ονειρικής επιφάνειας ή υπόμνηση επικείμενης ηθικής κρίσης. Το ποιητικό αριστούργημα L'Annonce faite à Marie [Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου] (1912) του Paul Claudel [Πωλ Κλωντέλ] τοποθέτησε στο επίκεντρό του τη θαυμαστή εμφάνιση και τη συμβολική παρουσία του αγγέλου ως φορέα λύτρωσης. Στη σύγχρονη δραματουργία, ο άγγελος μετασχηματίστηκε σε σύμβολο που συνδέει το μεταφυσικό με το πολιτικό και το σωματικό, με κορυφαίο παράδειγμα το έργο Angels in America [Άγγελοι στην Αμερική] (1991-1993) του Tony Kushner [Τόνυ Κούσνερ], όπου η αποκαλυπτική μορφή του αγγέλου αρθρώνει λόγο για την κρίση της αμερικανικής κοινωνίας, την επιδημία του AIDS, την έμφυλη ταυτότητα και την ιστορική μνήμη, ανανεώνοντας ριζικά την αγγελική εικονογραφία της δυτικής δραματουργικής παράδοσης.
Στην ελληνική παράδοση, αγγελικές μορφές διατρέχουν τα θρησκευτικά δράματα του 17ου και 18ου αιώνα. Στη Θυσία του Αβραάμ (περ. 1635), που αποδίδεται στον Βιτσέντζο Κορνάρο [Vincenzo Cornaro], ο άγγελος μεταφέρει τη θεία εντολή στον Αβραάμ, ανακόπτοντας τη θυσία του Ισαάκ. Παράλληλα, στο αιγαιοπελαγίτικο θρησκευτικό θέατρο που αναπτύχθηκε υπό την επίδραση της δυτικής καθολικής λειτουργικής παράδοσης, οι αγγελικές μορφές εμφανίζονταν συστηματικά στις παραστάσεις της Γέννησης, των Παθών και της Ανάστασης, εδραιώνοντας τη δραματουργική παρουσία του αγγέλου στην ελληνική παραστατική παράδοση.